Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Θε μου, η μητρική στοργή πού βρήκε τόσο δηλητήριο;

Οι σκέψεις βασανίζουν τον Περικλή. Αυτή την άνοιξη τον πονάνε, τον πονάνε πολύ.
Κάποτε φτάνει, ο κόμπος εκεί που ένα ελάχιστο τράβηγμα είναι ικανό να σπάσει την ψυχή σου. Και η ψυχή του πονάει. Πονάει που έμεινε μόνος, πονάει που δεν έχει φίλους, πονάει που δεν έκανε οικογένεια. Τον πονάνε τα ντουβάρια μέσα στα οποία είναι κλεισμένος. Τα ίδια ντουβάρια ορθώνονται και στο σπίτι του. Όσο ζούσαν οι γονείς του, του ήταν αδύνατον να υποψιαστεί τη μοναξιά που τον περίμενε. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, έγινε αυτός ο άντρας του σπιτιού... Νοιαζόταν για τα καθημερινά έξοδα, συμφωνούσε με τη μάνα του για το φαγητό της ημέρας, καθόταν στο σπίτι και της έκανε παρέα, σε κάθε της στενοχώρια την έτρεχε στους γιατρούς... τις αγόραζε, σχεδόν κάθε μέρα την αγαπημένη της σοκοφρέτα. Αρχόντισσα την είχε. Δεν προλάβαινε να ζητήσει κάτι εκείνη κι αυτός της ικανοποιούσε την επιθυμία. Εκεί έκλεισε και κάθε ευκαιρία να κάνει δική του οικογένεια.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αυτοέκδοση του Βασίλειου Διακοβασίλη, με την πρώτη απόπειρα του να μεταφέρει διηγήματα που γράφει εδώ και μερικά χρόνια, από τα ηλεκτρονικά μέσα δικτύωσης, σε έντυπη μορφή, σε βιβλίο.   Ανθρώπων ιστορίες , ο τίτλος του.... ...Ιστορίες, απ΄ τη ζωή βγαλμένες  ή φανταστικές,  ποιος αλήθεια  ξέρει;  Ιστορίες, που όταν αρχίσεις  να κτυπάς το πληκτρολόγιο,  τα γράμματα ένα ένα,  οι λέξεις  και οι προτάσεις εμφανίζονται  αβίαστα,  οι ιστορίες κυλούν μπροστά  σου, σαν ένα ποτάμι,  που θα  σταματήσει μόνο όταν θα φτάσει στον  προορισμό του.  Και τότε αφού ειπωθούν, η ψυχή  γαληνεύει  διότι την απάλυνες από το  αβάσταχτο φορτίο με το οποίο η  μνήμη την πλάκωνε. Ιστορίες για την αγάπη, για τον  χωρισμό, για τη μοίρα των ανθρώπων,  για τις καλές στιγμές ή τις δύσκολες  αποφάσεις τους.  Ιστορίες ανθρώπων....

Είναι κουτό γιατρέ... ή μήπως δεν είναι και τόσο;

Χαιρόταν, ναι χαιρόταν διότι θα είχε δουλειά για τους επόμενους εννέα μήνες. Και στα χρόνια αυτά, το να εργάζεται ένας νέος άνθρωπος εθεωρείτο, τουλάχιστον ως "τύχη αγαθή". Ένιωθε, όμως κουρασμένη! Τα τριάντα της... θα τα γιόρταζε τον  επόμενο μήνα. Η σημερινή ημέρα, επαναλαμβανόταν, για έβδομη φορά! Για έβδομη φορά, κάθε Σεπτέμβριο τα τελευταία χρόνια, μάθαινε την τοποθέτηση της, την άλλη μέρα φρόντιζε να είναι στη γραφεία της Διεύθυνσης του νομού, έκανε αίτηση τοποθέτησης, περίμενε την απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, έπαιρνε ξανά τα πράγματα της, πήγαινε στο νέο της σχολείο, αναλάμβανε μια τάξη, γνώριζε νέους συναδέλφους, δενόταν με τους μαθητές της, με τους γονείς τους, τελείωνε η χρονιά, αποχαιρετούσε, πήγαινε στον ΟΑΕΔ, δηλωνόταν, χαιρόταν το καλοκαίρι της και από τον Σεπτέμβριο... πάλι από την αρχή. Μόνο που κάθε φορά ήταν και κάπου αλλού!

Η ωραία εποχή

Ο ήλιος είχε σηκωθεί πια για τα καλά! Οι λουόμενοι γέμιζαν σιγά σιγά την  παραλία . Οι χαρούμενες φωνές, τα γεμάτα υποσχέσεις βλέμματα, τα τυχαία αγγίγματα, τσάκιζαν τη νύχτα! Η ζωή, με όλη της την ορμή, κέρδιζε.  Κλείστηκες στο σπίτι σου, έπεσες για ύπνο. Τι κι αν η μάνα σου πρόλαβε να σε ρωτήσει, να σε κατηγορήσει, να βγάλει φωνή απελπισίας; Τι κι αν σε κρυφοκοίταξε απ΄τη χαραμάδα της μισάνοιχτης πόρτας της κάμαρας σου; Τα όνειρα σου ήταν γαλήνια, γεμάτα φως, ο έρωτας σχηματιζόταν στο πρόσωπό σου!