Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Έτσι τ' αποφάσισε ο Θεός!

Κάθε φορά που βλέπω το κλειστό εδώ και χρόνια σχολείο του χωριού, στο μυαλό μου
έρχεται η αίθουσα Φυσικής Ιστορίας, την οποία είχε φτιάξει ο δάσκαλος μας. Πολλά τα εκθέματα της, μα αυτό που θυμάμαι ολοκάθαρα είναι οι προθήκες με τα βαλσαμωμένα ζώα της περιοχής μας.  Όπως εκείνο το γεράκι, με την κοφτερή ματιά του, που το μέγεθος του, τα χρώματα του και μια αδιόρατη κίνηση στο κεφάλι του, μου έδιναν την εντύπωση ότι κάποια μέρα θα έβρισκε την έξοδο και θα γλίτωνε από αυτήν την ιδιόμορφη αιχμαλωσία.
Ή εκείνο πάλι το ζουρί, που ένα βράδυ μπήκε στο κοτέτσι του Νικολή και του "έπνιξε" σχεδόν όλες τις κότες, αλλά βγαίνοντας, χορτασμένο πια, δεν πρόσεξε το δόκανο που είχε στηθεί εκεί αποβραδίς... Το πρωί,η στριγκλιά φωνή της Μαριγώς ξεσήκωσε το Νικολή της,  ο οποίος αφού εκτίμησε την κατάσταση, απελευθέρωσε το άψυχο πια ζώο. Το πίσω πόδι του ήταν σπασμένο, αλλά ο δάσκαλος μπόρεσε να το στήσει και πάλι στα τέσσερα, με το μπροστινό δεξί του πόδι ελαφρά ανασηκωμένο και το κεφάλι σε μια στάση αναμονής κάποιου αόρατου θηράματος.  

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αυτοέκδοση του Βασίλειου Διακοβασίλη, με την πρώτη απόπειρα του να μεταφέρει διηγήματα που γράφει εδώ και μερικά χρόνια, από τα ηλεκτρονικά μέσα δικτύωσης, σε έντυπη μορφή, σε βιβλίο.   Ανθρώπων ιστορίες , ο τίτλος του.... ...Ιστορίες, απ΄ τη ζωή βγαλμένες  ή φανταστικές,  ποιος αλήθεια  ξέρει;  Ιστορίες, που όταν αρχίσεις  να κτυπάς το πληκτρολόγιο,  τα γράμματα ένα ένα,  οι λέξεις  και οι προτάσεις εμφανίζονται  αβίαστα,  οι ιστορίες κυλούν μπροστά  σου, σαν ένα ποτάμι,  που θα  σταματήσει μόνο όταν θα φτάσει στον  προορισμό του.  Και τότε αφού ειπωθούν, η ψυχή  γαληνεύει  διότι την απάλυνες από το  αβάσταχτο φορτίο με το οποίο η  μνήμη την πλάκωνε. Ιστορίες για την αγάπη, για τον  χωρισμό, για τη μοίρα των ανθρώπων,  για τις καλές στιγμές ή τις δύσκολες  αποφάσεις τους.  Ιστορίες ανθρώπων....

Είναι κουτό γιατρέ... ή μήπως δεν είναι και τόσο;

Χαιρόταν, ναι χαιρόταν διότι θα είχε δουλειά για τους επόμενους εννέα μήνες. Και στα χρόνια αυτά, το να εργάζεται ένας νέος άνθρωπος εθεωρείτο, τουλάχιστον ως "τύχη αγαθή". Ένιωθε, όμως κουρασμένη! Τα τριάντα της... θα τα γιόρταζε τον  επόμενο μήνα. Η σημερινή ημέρα, επαναλαμβανόταν, για έβδομη φορά! Για έβδομη φορά, κάθε Σεπτέμβριο τα τελευταία χρόνια, μάθαινε την τοποθέτηση της, την άλλη μέρα φρόντιζε να είναι στη γραφεία της Διεύθυνσης του νομού, έκανε αίτηση τοποθέτησης, περίμενε την απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, έπαιρνε ξανά τα πράγματα της, πήγαινε στο νέο της σχολείο, αναλάμβανε μια τάξη, γνώριζε νέους συναδέλφους, δενόταν με τους μαθητές της, με τους γονείς τους, τελείωνε η χρονιά, αποχαιρετούσε, πήγαινε στον ΟΑΕΔ, δηλωνόταν, χαιρόταν το καλοκαίρι της και από τον Σεπτέμβριο... πάλι από την αρχή. Μόνο που κάθε φορά ήταν και κάπου αλλού!

Η ωραία εποχή

Ο ήλιος είχε σηκωθεί πια για τα καλά! Οι λουόμενοι γέμιζαν σιγά σιγά την  παραλία . Οι χαρούμενες φωνές, τα γεμάτα υποσχέσεις βλέμματα, τα τυχαία αγγίγματα, τσάκιζαν τη νύχτα! Η ζωή, με όλη της την ορμή, κέρδιζε.  Κλείστηκες στο σπίτι σου, έπεσες για ύπνο. Τι κι αν η μάνα σου πρόλαβε να σε ρωτήσει, να σε κατηγορήσει, να βγάλει φωνή απελπισίας; Τι κι αν σε κρυφοκοίταξε απ΄τη χαραμάδα της μισάνοιχτης πόρτας της κάμαρας σου; Τα όνειρα σου ήταν γαλήνια, γεμάτα φως, ο έρωτας σχηματιζόταν στο πρόσωπό σου!